Πολλές φορές, η νέα γενιά κατηγορείται για αποπολιτικοποίηση και αποστασιοποίηση από την πολιτική καθημερινότητα. Κάποιοι, όψιμοι επικριτές των ενδιαφερόντων, της αντίληψης και της νοοτροπίας των νέων, χλευάζουν τον απο-ιδεολογικοποιημένο προσανατολισμό τους και τη φαινομενική τους απάθεια. Άλλοι πάλι, παρατηρούν με εμφανή απογοήτευση την εν γένει αποστροφή των νέων έναντι της πολιτικής και τους κατηγορούν ως απολίτικους, κυνικούς και αδιάφορους.
Όσοι όμως έχουμε την τύχη να συνομιλούμε με νέους ανθρώπους σε καθημερινό επίπεδο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η υπαρκτή πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Στην εκδήλωση για παράδειγμα, που οργανώσαμε στο σχολείο μου, το λύκειο Νέας Κυδωνίας, οι μαθητές μας της τρίτης λυκείου είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν με ξεχωριστούς επιστήμονες (Βεργόπουλος, Βουράκης και Μπουραντάς) για την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις της. Οι παρεμβάσεις των μαθητών μας ήταν καίριες και εντυπωσίασαν ακόμα και τους καταξιωμένους επιστήμονες.
Οι νέοι μας βιώνοντας την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής τους, την αβεβαιότητα και το άγχος για το μέλλον τους, είναι θυμωμένοι από το υπάρχον πολιτικό σύστημα παρακμής, διαφθοράς και μιζέριας αλλά καθόλου αδιάφοροι για την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Είναι νέοι που υπερασπίζονται με πάθος τις ιδέες τους και αγωνίζονται για τα αιτήματά τους - πολλές φορές διεκδικώντας τα αυτονόητα.
Για τους σημερινούς νέους η πολιτική είναι παρούσα και υπαρκτή. Όχι όμως στον μικρόκοσμο των παραδοσιακών κομμάτων. Διαπερνά τις ανάγκες και τις απαιτήσεις τους. Είναι συνυφασμένη με τις προσδοκίες και τα οράματά τους για το μέλλον.
Η πολιτικότητά τους φιλτράρεται, διαμορφώνεται και αναδεικνύεται από την ευαισθητοποίησή τους και από την ενεργό και δυναμική στάση τους στα μεγάλα ζητήματα της εποχής: την απασχόληση, την παιδεία, την ανεργία, την οικονομία, το περιβάλλον και την οικολογία.
Οι νέοι σήμερα δεν θα σηκώσουν τα λάβαρα στις κομματικές συγκεντρώσεις για να εξασφαλίσουν στη συνέχεια μια θέση στο Δημόσιο. Απορρίπτουν τα παλιά πρότυπα, τα μοντέλα της πολιτικής τού χθες. Αρνούνται τις απλουστευμένες λογικές του άσπρου και του μαύρου.
Δεν θεοποιούν κανέναν και είναι πολύ πιο αυστηροί με εκείνους που θα αφήσουν να μπουν στις σελίδες της δικής τους ιστορίας. Μιας ιστορίας ξεκάθαρης χωρίς φαντάσματα, χωρίς προστάτες, χωρίς τους νεποτισμούς του παρελθόντος και κυρίως με διαφορετικό σύστημα αξιών.
Σήμερα, το πολιτικό σύστημα μοιάζει να επιτίθεται με ιδιαίτερη βιαιότητα στους νέους ανθρώπους, παραδίνοντάς τους ως αναλώσιμα υλικά στο έλεος της αγοράς. Τους στερεί τα όνειρα και τις ελπίδες τους. Δεν εξασφαλίζει τίποτα και σε κανέναν. Τους βάζει να τελειώσουν πανεπιστήμια και μετά τους παραπέμπει στην ανεργία, ή στην καλύτερη περίπτωση στη δουλειά χωρίς αξιοπρεπή αμοιβή και ασφάλεια.
Η νεολαία, δεν μπορεί να αφήσει την πολιτική στα χέρια των αμοραλιστών, των αδίστακτων διαχειριστών της, που την έφεραν σε αυτό το τέλμα. Δεν επιτρέπεται να εκχωρήσει το δικό της μέλλον στα χέρια εκείνων που -όπως αποδεικνύεται- απέτυχαν παταγωδώς Σε εκείνους που έχουν συνηθίσει να βλέπουν τους νέους μόνο συντεταγμένους και υπάκουους από τις θέσεις των επισήμων. Οι νέοι είναι επιβεβλημένο να αντιστέκονται και να προτείνουν. Να αποτελούν ανάχωμα στην αναξιοκρατία, στο ψέμα, στην υποκρισία, στην αναντιστοιχία λόγων και έργων που είναι παρακμιακά φαινόμενα της κοινωνίας μιας προηγούμενης γενιάς.
Για Μένα
- Αντώνης Αθανασάκης
- Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην παλιά πόλη των Χανίων. Αποφοίτησα από το Α Λύκειο και στη συνέχεια ακολούθησα οικονομικές και παιδαγωγικές σπουδές. Στο μεταπτυχιακό δίπλωμα μελέτησα τις εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας - μάθησης και στη διδακτορική διατριβή το θέμα της δυσλεξίας. Εργάζομαι ως εκπαιδευτικός και έχω διδάξει σε διάφορα σχολεία της πόλης μας τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συμμετέχοντας σε αρκετά περιβαλλοντικά και πολιτιστικά προγράμματα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
1/2/11
Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΑΥΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Για τις δραματικές συνέπειες που βιώνουν οι εργαζόμενοι από την κρίση που διανύουμε, δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία. Οι συλλογικές συμβάσεις μπαίνουν στην κατάψυξη, οι απολύσεις διευκολύνονται, η δημόσια υγεία και η δημόσια παιδεία εγκαταλείπονται στην τύχη τους, οι συντάξεις μετατρέπονται σε προνοιακό επίδομα, η γενιά των 700 ευρώ μετασχηματίζεται σε γενιά της "μαθητείας" με 350 ευρώ. Η κοινωνία νοιώθει να προσβάλλεται, να τρομοκρατείται και να θυμώνει.
Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική συγκυρία, με την χρεοκοπία του δικομματισμού και την ανυποληψία των πολιτικών εξουσίας σε μεγάλες μερίδες των πολιτών, η αριστερά, λογικά, θα έπρεπε να είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε τα τελευταία 30 χρόνια, επίκαιρη και αναγκαία για την κοινωνία. Μια αριστερά, που θα αντιπαλέψει τον φόβο που τεχνηέντως διαχέεται στην κοινωνία. Να δημιουργήσει συνθήκες μιας νέας ενότητας ανάμεσα στους εργαζόμενους, να συνεγείρει επιστημονικές -κοινωνικές δυνάμεις, να ανακόψει την περιθωριοποίηση ιδιαίτερα των νέων, κίνδυνος που ελλοχεύει είτε με την παθητική στάση είτε με την αδιέξοδη προσφυγή στην τυφλή βία. Η αριστερά, όμως, σήμερα όχι μόνο δεν είναι έτοιμη να βοηθήσει την κοινωνία, αλλά κατατρέχεται από εμφύλια πάθη και έχει μετατραπεί σε μέρος της κρίσης.
Το ΚΚΕ, διατηρώντας την ορθόδοξη λογική της απόλυτης (θεομαρξιστικής) αλήθειας, η οποία μεταθέτει τη λύση όλων των κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών προβλημάτων στη «Δευτέρα παρουσία», ενός «υπαρκτού» ή ανύπαρκτου σοσιαλισμού, όχι μόνο αρνείται να συνομιλήσει με την άλλη αριστερά αλλά τη θεωρεί σοβαρό εσωτερικό εχθρό, που αποπροσανατολίζει το κίνημα από την προοπτική της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, στον ΣΥΡΙΖΑ επικρατεί μια πανσπερμία απόψεων, οι οποίες εκφράζονται στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου ανταγωνισμού ρητορικής υπερεπαναστατικότητας. Καμία από τις συνιστώσες δεν μπόρεσε να υπερβεί, θεωρητικά και πρακτικά, τον εαυτό της, με αποτέλεσμα οι διάφορες τάσεις και ρεύματα να βραχυκυκλώνουν το όλο εγχείρημα και να το καταντούν άκρως αναποτελεσματικό και κάποιες φορές γραφικό.
Αυτή η ψύχωση της αποκλειστικής αλήθειας δεν ωφελεί κανένα και συντηρεί μια αριστερά μάταιη, άρρωστη και βαρετή. Είναι εύκολο, άλλωστε, να φτιάχνεις ιδεολογικούς κόσμους και να ζεις μόνος σου μέσα σε αυτούς στα όρια του πολιτικού αυτισμού. Το δύσκολο είναι να συνεισφέρεις στην υπέρβαση αυτής της παραλυτικής κατάστασης και να αναμετρηθείς με τις πραγματικές αγωνίες και τις αναζητήσεις του λαού μας.
Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική συγκυρία, με την χρεοκοπία του δικομματισμού και την ανυποληψία των πολιτικών εξουσίας σε μεγάλες μερίδες των πολιτών, η αριστερά, λογικά, θα έπρεπε να είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε τα τελευταία 30 χρόνια, επίκαιρη και αναγκαία για την κοινωνία. Μια αριστερά, που θα αντιπαλέψει τον φόβο που τεχνηέντως διαχέεται στην κοινωνία. Να δημιουργήσει συνθήκες μιας νέας ενότητας ανάμεσα στους εργαζόμενους, να συνεγείρει επιστημονικές -κοινωνικές δυνάμεις, να ανακόψει την περιθωριοποίηση ιδιαίτερα των νέων, κίνδυνος που ελλοχεύει είτε με την παθητική στάση είτε με την αδιέξοδη προσφυγή στην τυφλή βία. Η αριστερά, όμως, σήμερα όχι μόνο δεν είναι έτοιμη να βοηθήσει την κοινωνία, αλλά κατατρέχεται από εμφύλια πάθη και έχει μετατραπεί σε μέρος της κρίσης.
Το ΚΚΕ, διατηρώντας την ορθόδοξη λογική της απόλυτης (θεομαρξιστικής) αλήθειας, η οποία μεταθέτει τη λύση όλων των κοινωνικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών προβλημάτων στη «Δευτέρα παρουσία», ενός «υπαρκτού» ή ανύπαρκτου σοσιαλισμού, όχι μόνο αρνείται να συνομιλήσει με την άλλη αριστερά αλλά τη θεωρεί σοβαρό εσωτερικό εχθρό, που αποπροσανατολίζει το κίνημα από την προοπτική της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, στον ΣΥΡΙΖΑ επικρατεί μια πανσπερμία απόψεων, οι οποίες εκφράζονται στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου ανταγωνισμού ρητορικής υπερεπαναστατικότητας. Καμία από τις συνιστώσες δεν μπόρεσε να υπερβεί, θεωρητικά και πρακτικά, τον εαυτό της, με αποτέλεσμα οι διάφορες τάσεις και ρεύματα να βραχυκυκλώνουν το όλο εγχείρημα και να το καταντούν άκρως αναποτελεσματικό και κάποιες φορές γραφικό.
Αυτή η ψύχωση της αποκλειστικής αλήθειας δεν ωφελεί κανένα και συντηρεί μια αριστερά μάταιη, άρρωστη και βαρετή. Είναι εύκολο, άλλωστε, να φτιάχνεις ιδεολογικούς κόσμους και να ζεις μόνος σου μέσα σε αυτούς στα όρια του πολιτικού αυτισμού. Το δύσκολο είναι να συνεισφέρεις στην υπέρβαση αυτής της παραλυτικής κατάστασης και να αναμετρηθείς με τις πραγματικές αγωνίες και τις αναζητήσεις του λαού μας.
Τα φάγαμε όλοι μαζί;;
Ως απάντηση στην κατακραυγή του κόσμου για το «που πήγαν τα λεφτά» ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος δήλωσε με έμφαση στη Βουλή των Ελλήνων ότι «…τα φάγαμε όλοι μαζί ακολουθώντας μια πρακτική αθλιότητας εξαγοράς και διασπάθισης του δημοσίου χρήματος». Έτσι, με την έκφραση αυτή ο κ. Πάγκαλος βάζει ως ισότιμους συνδαιτυμόνες στην ίδια τράπεζα της διαφθοράς, τον εαυτό του ως βουλευτή και ως υπουργό, με τον κυρ Θανάση της γειτονιάς, που του ζήτησε να βολέψει την κόρη του στο Δημόσιο.
Η Παγκάλεια αυτή μεταφορική εικόνα μια αμοιβαίας, ισότιμης «συνεστίασης» πολίτη και πολιτικού, εντάσσεται στο πλαίσιο ενοχοποίησης ολόκληρης της κοινωνίας και της κοινής και αδιαίρετης συλλογικής ευθύνης (πολιτών – πολιτικών εξουσίας) για τη σημερινή κατάντια της χώρας μας.
Σίγουρα δεν είμαι εγώ αυτός που θα υποστηρίξει ότι για τα φαινόμενα παρακμής που βιώνουμε όλα αυτά τα χρόνια φταίνε μόνο οι πολιτικοί που μας κυβέρνησαν. Η «ευθύνη» όμως, πρέπει να είναι πάντοτε ορθολογικά διαμοιρασμένη και να καταλογίζεται ανάλογα με τη βαρύτητα και το είδος της. Έτσι, είναι άλλο η «ευθύνη μιας κοινωνίας» γιατί έμαθε και συνήθισε στο ρουσφέτι και άλλο η «πολιτική ευθύνη» της κατ’ επανάληψη ρουσφετοπολιτικής συμπεριφοράς των κατεχόντων δημόσια αξιώματα. Η τελευταία ευθύνη είναι εξαιρετικά κρίσιμη, και δεν είναι, ούτε και θα μπορούσε ποτέ να είναι κοινή. Και είναι κρίσιμη, λόγω ακριβώς του παιδευτικού, ηγετικού, θεσμικού ρόλου που εξ ορισμού έχουν όλοι όσοι αναλαμβάνουν ενεργές πολιτικές θέσεις και αξιώματα σε μια κοινωνία. Τον ρόλο αυτό, οι πολιτικοί ηγέτες δεν τον μοιράζονται με τον απλό πολίτη ποτέ.
Αθανασάκης Αντώνης,
22/10/10
Ο κοινωνικός μυθριδατισμός
22-10-2010
'Μιθριδατισμός', για όσους το έχουν ξεχάσει, λέγεται η πρακτική της απόκτησης ανοσίας απέναντι σε κάποιο δηλητήριο, μέσω της βαθμιαίας χορήγησής του σε μικρές και μη θανατηφόρες δόσεις. Ο όρος προέρχεται από τον βασιλιά του Πόντου, Μιθριδάτη, ο οποίος και εφάρμοσε τη μέθοδο, φοβούμενος μη τυχόν τον δηλητηριάσουν άλλοι. Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί και στην ελληνική κοινωνία με τη διαφορά ότι η χορήγηση του δηλητηρίου, δεν γίνεται με ιδία βούληση του πολίτη αλλά παίρνει την καταναγκαστική ενέσιμη μορφή από τους κυβερνώντες «ιατρούς», οι οποίοι την εισάγουν συστηματικά, τακτικά και μεθοδικά στο κοινωνικό σώμα. Το δηλητήριο στην περίπτωση αυτή, είναι η γενικευμένη διαφθορά που χορηγείται κατά δόσεις. Η βαθμιαία δοσολογία είναι η ανάδυση των κάθε λογής σκανδάλων, σε καθημερινή σχεδόν βάση. Η ανοσία, δεν είναι άλλη από την πλήρη απαξίωση των πολιτικών θεσμών, με τελικό αποτέλεσμα την πολιτική απάθεια μεγάλου τμήματος των πολιτών.Κάποτε το σκάνδαλο του Κοσκωτά δημιούργησε σεισμό. Σήμερα, θα χρειαζόντουσαν 40 Κοσκωτάδες για να ιδρώσει κανενός μας το αυτί. Η φράση «όλοι το ίδιο είναι» κυριαρχεί. Λίγο η Ζίμενς, λίγο το Βατοπέδι (μεταξύ πολλών άλλων) και ο κύβος ερρίφθη. Η αδιαφορία είναι πλέον γενική. Ειδικότερα από τους νέους ανθρώπους, που βιώνουν την αβεβαιότητα και το άγχος για το μέλλον τους, η αδιαφορία συνοδεύεται και από την απόλυτη απαξία και την αποστροφή για την πολιτική σήμερα.
Η αποχή από τις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογικές διαδικασίες θα είναι απλώς ένα από τα πολλά συμπτώματα της νόσου. Άλλωστε σε λίγο, μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού μας δεν θα γνωρίζει καν το όνομα του εκάστοτε πρωθυπουργού. Δεν θα ενδιαφέρεται. Και ίσως αυτό να ήταν και το ζητούμενο εξαρχής. Ποιος ξέρει;
Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποφύγουμε την έλευση του οδυνηρού τέλους; Για να ξαναγίνουμε «πολιτικά ζώα», με την Αριστοτελική σημασία της έκφρασης; Θα παραμείνουμε απαθείς, ιδεολογικά ανάπηροι, εξοικειωμένοι με το δηλητήριο της διαφθοράς και του πελατειακού συστήματος ή θα αφυπνιστούμε ως πολίτες συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου μας στέλνοντας ένα μήνυμα στους ανακυκλωμένους και πολλαπλά φθαρμένους επαγγελματίες της πολιτικής, που με περισσή αλαζονεία ξαναζητούν την ψήφο μας;
Αθανασάκης Αντώνης
εκπαιδευτικός
16/10/10
Η οικονομική κρίση ως απόρροια του πολιτικού μας συστήματος
Το 1875, ο Εμμανουήλ Ροΐδης παρατηρούσε: «στις μεν στας άλλας χώρας η δύναμη του βουλευτού έγκειται εις το να ανατρέπει κυβερνήσεις, ενώ εν ελλάδι ουδής υπάρχει της παντοδυναμίας του περιορισμός. Το πελατειακό σύστημα λειτουργούσε πέρα από διαχωρισμούς τάξεων αναρτίζοντας πλέγματα σε σχήμα πυραμίδας. Έτσι ώστε ο προστάτης να μπορεί να γίνεται πελάτης σε κάποιον ισχυρότερό του. Μέσα στις δύο πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες θα δημιουργηθεί η γνώριμη Ελλάδα των ημετέρων με ένα μεγάλο σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος, μια πανίσχυρη πελατειακά οργανωμένη κοινωνία και μια εκτός πελατειακών δικτύων κοινωνία, εντελώς ατροφική και πολιτικά αδύναμη…»
Το πρόβλημα, στις παραπάνω διαπιστώσεις του Ροΐδη δεν είναι η φαυλότητα του νεοσυσταθέντος μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους, αλλά ότι αυτή φαίνεται τόσο δυσάρεστα γνώριμη σε όλους μας, παρότι αποτελεί την ιστορική αποτύπωση κυρίως της δεκαετίας του 1840.
Το πρόβλημα, στις παραπάνω διαπιστώσεις του Ροΐδη δεν είναι η φαυλότητα του νεοσυσταθέντος μετεπαναστατικού ελληνικού κράτους, αλλά ότι αυτή φαίνεται τόσο δυσάρεστα γνώριμη σε όλους μας, παρότι αποτελεί την ιστορική αποτύπωση κυρίως της δεκαετίας του 1840.
Ο πολιτικός πολιτισμός και ο δήμος Χανίων
Γράφει ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ, εκπαιδευτικός
Με τον όρο «πολιτικό πολιτισμό» ουσιαστικά περιγράφουμε και αξιολογούμε μια κατάσταση πολιτικών πραγμάτων που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη ποιότητα δημοκρατίας. Μια πολιτική δράση εντάσσεται στον χώρο του πολιτικού πολιτισμού όταν το ήθος, ο λόγος, η συμπεριφορά και η πρακτική, εκφέρονται με τέτοιο τρόπο, που κάλλιστα επιτρέπει την ένταξή της στο χώρο του πολιτισμού. Πολιτικός πολιτισμός σημαίνει σεβασμός στον πολιτικό αντίπαλο. Σημαίνει, προπάντων, σεβασμό στον πολίτη.
Με τον όρο «πολιτικό πολιτισμό» ουσιαστικά περιγράφουμε και αξιολογούμε μια κατάσταση πολιτικών πραγμάτων που χαρακτηρίζονται από μια ιδιαίτερη ποιότητα δημοκρατίας. Μια πολιτική δράση εντάσσεται στον χώρο του πολιτικού πολιτισμού όταν το ήθος, ο λόγος, η συμπεριφορά και η πρακτική, εκφέρονται με τέτοιο τρόπο, που κάλλιστα επιτρέπει την ένταξή της στο χώρο του πολιτισμού. Πολιτικός πολιτισμός σημαίνει σεβασμός στον πολιτικό αντίπαλο. Σημαίνει, προπάντων, σεβασμό στον πολίτη.
Η συμμετοχική δημοκρατία και ο δήμος χανίων
Ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών είναι καθοριστικός στη διαδικασία του σχεδιασμού αφού οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν και να συμμετέχουν στις αποφάσεις που τους αφορούν αλλά και επίσης να αναλαμβάνουν τις συνέπειες και τις ευθύνες των αποφάσεων τις οποίες συνδιαμόρφωσαν.
Στόχος της τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της συμμετοχικής δημοκρατίας, που αποτελεί κυριολεκτικά το οξυγόνο στους θεσμούς, τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και είναι η μόνη επιλογή που μπορεί ρεαλιστικά να ενισχύσει το κύρος και την αξιοπιστία των θεσμών. Το μεγάλο ζητούμενο είναι να υπάρξουν τομές, ενέσεις θα λέγαμε, άμεσης δημοκρατίας και συμμετοχικής πολιτικής, ώστε να ενεργοποιήσει τα κουρασμένα της αντανακλαστικά η σύγχρονη δημοκρατία.
Στόχος της τοπικής αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι η ενδυνάμωση της συμμετοχικής δημοκρατίας, που αποτελεί κυριολεκτικά το οξυγόνο στους θεσμούς, τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και είναι η μόνη επιλογή που μπορεί ρεαλιστικά να ενισχύσει το κύρος και την αξιοπιστία των θεσμών. Το μεγάλο ζητούμενο είναι να υπάρξουν τομές, ενέσεις θα λέγαμε, άμεσης δημοκρατίας και συμμετοχικής πολιτικής, ώστε να ενεργοποιήσει τα κουρασμένα της αντανακλαστικά η σύγχρονη δημοκρατία.
Ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός και ο θρησκευτικός πουριτανισμός
Το τελευταίο χρονικό διάστημα βιώνουμε όλο και πιο έντονα το πρόσωπο ενός ακραίου οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, στον βωμό του οποίου θυσιάζεται ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος. Ο οικονομικός αυτός φονταμενταλισμός του νεοφιλελευθερισμού, που διαλύει στο πέρασμά του εργαζόμενους και συνταξιούχους, από την μια δαιμονοποιεί και ρίχνει στην πυρά οτιδήποτε δημόσιο και από την άλλη μεταμορφώνει σε εικόνισμα την ιδεολογία της ιδιωτικοποίησης. Τα πάντα δίδονται στους νέους «σωτήρες» μας, τους ιδιώτες. Από τα λιμάνια και τα αεροδρόμια μέχρι την εκπαίδευση και την υγεία. Και η εξέλιξη αυτή εμφανίζεται ως μια φυσική συνέπεια, ως ένας μονόδρομος που όσοι τον αμφισβητούν, θα πρέπει να χαρακτηριστούν αν όχι παράνομοι τουλάχιστον επικίνδυνοι.
Την ίδια στιγμή, έρχεται και η εκκλησία να παρουσιάσει ένα πρόσωπο που όμοιό του μόνο με εκείνο των πουριτανών προτεσταντών του 17ου αιώνα μπορεί να συγκριθεί. Χαρακτηρίζει «πόρνους» και «πόρνες» όσους έχουν συζυγική σχέση εκτός του ορθόδοξου γάμου και τους καταδικάζει στην αμαρτία και στην αιώνια καταδίκη. Η καθαρή ηθική σε όλο το μεγαλείο της αλλά και ο υπέρτατος ακρωτηριασμός σε ότι διαφέρει και ενοχλεί.
Την ίδια στιγμή, έρχεται και η εκκλησία να παρουσιάσει ένα πρόσωπο που όμοιό του μόνο με εκείνο των πουριτανών προτεσταντών του 17ου αιώνα μπορεί να συγκριθεί. Χαρακτηρίζει «πόρνους» και «πόρνες» όσους έχουν συζυγική σχέση εκτός του ορθόδοξου γάμου και τους καταδικάζει στην αμαρτία και στην αιώνια καταδίκη. Η καθαρή ηθική σε όλο το μεγαλείο της αλλά και ο υπέρτατος ακρωτηριασμός σε ότι διαφέρει και ενοχλεί.
το πανοπτικόν
“Αυτοί που θα θυσίαζαν την ελευθερία για χάρη της ασφάλειας δεν αξίζουν κανένα από τα δύο”
Το 1791 στη γαλλική εθνοσυνέλευση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η αρχιτεκτονική επινόηση του Άγγλου φιλοσόφου Jeremy Bentham, το περίφημο Πανοπτικόν1, στο πλαίσιο της συζήτησης για την οικοδόμηση ασφαλέστερων και ποιο λειτουργικών φυλακών στην Γαλλία.
Η ιδέα αυτού του σχεδίου συνίσταται στην κατασκευή ενός κυκλικού κτιρίου, στο κέντρο του οποίου ορθώνεται ένας κεντρικός πύργος. Στον πύργο είναι εγκατεστημένοι οι παρατηρητές-φύλακες, οι οποίο μπορούν να βλέπουν και να επιτηρούν συνεχώς, όσους βρίσκονται στα κελιά του κυκλικού κτιρίου, ενώ οι τρόφιμοι των κελιών δεν μπορούν να δουν τους επιτηρητές τους. Έτσι, οι επιτηρούμενοι δεν μπορούσαν ποτέ να ξέρουν με βεβαιότητα εάν κάποιος τους παρακολουθεί η όχι. Με αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία, η έννοια επιτήρηση, αντικαταστάθηκε από το φόβο μιας ενδεχομένης επιτήρησης.
Το 1791 στη γαλλική εθνοσυνέλευση παρουσιάστηκε για πρώτη φορά η αρχιτεκτονική επινόηση του Άγγλου φιλοσόφου Jeremy Bentham, το περίφημο Πανοπτικόν1, στο πλαίσιο της συζήτησης για την οικοδόμηση ασφαλέστερων και ποιο λειτουργικών φυλακών στην Γαλλία.
Η ιδέα αυτού του σχεδίου συνίσταται στην κατασκευή ενός κυκλικού κτιρίου, στο κέντρο του οποίου ορθώνεται ένας κεντρικός πύργος. Στον πύργο είναι εγκατεστημένοι οι παρατηρητές-φύλακες, οι οποίο μπορούν να βλέπουν και να επιτηρούν συνεχώς, όσους βρίσκονται στα κελιά του κυκλικού κτιρίου, ενώ οι τρόφιμοι των κελιών δεν μπορούν να δουν τους επιτηρητές τους. Έτσι, οι επιτηρούμενοι δεν μπορούσαν ποτέ να ξέρουν με βεβαιότητα εάν κάποιος τους παρακολουθεί η όχι. Με αυτό τον τρόπο, για πρώτη φορά στην ιστορία, η έννοια επιτήρηση, αντικαταστάθηκε από το φόβο μιας ενδεχομένης επιτήρησης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)